Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

La lettera del figlio di un operaio


Γράμμα του γιου ενός εργάτη



Είχα γεννηθεί λίγες ώρες πριν, τον είδα για πρώτη φορά, ήταν ψηλός, όμορφος, δυνατός και μοσχοβολούσε λάδια και μέταλλο.

Για χρόνια τον έβλεπα να σηκώνεται στις 4 το πρωί, να ανεβαίνει στο ποδήλατό του και να εξαφανίζεται μέσα στην ομίχλη του Τορίνο, με κατεύθυνση το Εργοστάσιο.

Τον είδα να αποκοιμιέται στον καναπέ, κατεστραμμένο από τις ώρες δουλειάς και από την παραγωγή χιλιάδων κομματιών, όλων ίδιων, όπως επέβαλε η δουλειά του.

Τον είδα χαρούμενο να περνά τον ελεύθερο του χρόνο με τα παιδιά και τη γυναίκα του.

Τον είδα να υποφέρει, όταν μου είπε ότι ο μισθός του δεν του επέτρεπε να με στείλει στο πανεπιστήμιο.

Τον είδα ταπεινωμένο, όταν του έδωσαν αύξηση 100 λιρών (5 λεπτά) για κάθε ώρα δουλειάς.

Τον είδα κατεστραμμένο, όταν στα 53 του χρόνια, ένας μάνατζερ του Εργοστασίου του είπε ότι ήταν πολύ μεγάλος για τις ανάγκες τους.

Είδα μάνατζερ και βιομήχανους να ζητάνε να ανέβει ακόμη περισσότερο η ηλικία συνταξιοδότησης, είδα οικονομολόγους να παροτρύνουν την παγκοσμιοποίηση του χρήματος, αλλά να ξεχνάνε την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων, είδα διευθυντές εφημερίδων να επιβεβαιώνουν ότι οι εργάτες δεν υπήρχαν πια, είδα πολιτικούς να ζητάνε από τους εργάτες να κάνουν θυσίες, για το καλό της χώρας, είδα συνδικαλιστές να λένε ότι το «μοντέρνο» μας ζητάει να γυρίσουμε πίσω.

Μου κόπηκε η ανάσα, όταν τη Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010, στην εφημερίδα «La Stampa» του Τορίνο διάβασα το άρθρο του καθηγητή Mario Deaglio. Μέσα στην έκθεση του καθηγητή, «τα δικαιώματα των εργαζόμενων» γίνονται «κομμάτια, όχι οικονομικά, των αποδοχών», η «υπεράσπιση της θέσης εργασίας» έπρεπε να αντικατασταθεί με μια γενική «εγγύηση της συνέχισης των ευκαιριών εργασίας», αλλά κυρίως ο εργαζόμενος, του οποίου ο μισθός έχει μειωθεί στο ελάχιστο, δε χρειαζόταν πλέον «ελεύθερο χρόνο ώστε να ξοδεύει αυτό το μισθό», αλλά έπρεπε μόνο να σκέφτεται πώς θα ικανοποιήσει τις σημαντικές απαιτήσεις της άλλης πλευράς (εργοδότη). (επανέλαβε αυτή τη θεωρία και στο Radio 24 από τις 17:30 μέχρι τις 18:00 την Τρίτη 27 Ιουλίου 2010).

Σκεπτόμενος ότι ένας άνθρωπος των γραμμάτων, που είναι ικανός να εκφράσει κάθε επιχειρηματολογία, φτάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι ο ελεύθερος χρόνος του εργάτη δεν έχει καμιά αξία γιατί δεν είναι συνδεδεμένος με το χρήμα, μου έκοψε την ανάσα…

Μπήκα στο αυτοκίνητο που κατασκεύασαν οι εργάτες της Mirafiori στο Τορίνο (fiat). Έτρεξα στο σπίτι των γονιών μου. Tον είδα για χιλιοστή φορά. Έγερνε, ο λαβύρινθος, που προκάλεσαν τα εκατομμύρια χτυπήματα της πρέσας, τον έκαναν να χάνει την ισορροπία του, ήταν αδύναμος από την καρδιοπάθεια. ‘Hταν ο πατέρας μου, εργάτης στον τομέα συμπίεσης (πρέσες) για 35 χρόνια, όπου θυσίασε τα πάντα, ανάμεσα στα οποία και τον ελεύθερό του χρόνο, αλλά αυτός ήταν δωρεάν.

Μοσχοβολούσε αξιοπρέπεια.

Luca Mazzucco


Πηγή: http://speradisole.wordpress.com/2010/08/01/la-lettera-del-figlio-di-un-operaio/

Μετάφραση: Νιόβη Ζαραμπούκα Χατζημάνου


Υστερόγραφο: Ταξιδεύει εδώ και μήνες στο διαδίκτυο, αλλά η επικαιρότητά του παραμένει, αυτές τις μέρες ειδικά στην Ελλάδα. Ένας φίλος μου, λέει, ότι έτσι πρέπει να είναι η ποίηση στις μέρες μας. Συμφωνώ. Θα πρόσθετα ότι και οι άνθρωποι έτσι πρέπει να είναι και τότε μπορεί μια μέρα να τα καταφέρναμε· να αλλάζαμε τον κόσμο, να τον κάναμε καλύτερο...  
για την αντιγραφή Γεράσιμος Τρύφωνας

1 σχόλιο:

  1. Ένα απόσπασμα από "Τα οικονομικά της αθώας απάτης" του John Kenneth Galbraith:

    Οι καθηγητές σε όλα τα φημισμένα πανεπιστήμια περιορίζουν τις ώρες διδασκαλίας, αναζητώντας και κερδίζοντας χρόνο για έρευνα, συγγραφή και στοχασμό μέσω εκπαιδευτικών αδειών. Η απόδραση αυτή από την εργασία, όπως όντως είναι για ορισμένους, δεν συνοδεύεται από κανένα αίσθημα ενοχής.

    Απλά επειδή ο ελεύθερος χρόνος είναι μια αποδεκτή εναλλακτική κατάσταση για τους εύπορους, μπορεί να είναι ηθικά επιζήμια για τους φτωχούς. Κοστίζει σε χρήμα, ιδιωτικό και δημόσιο -με τη μορφή λιγότερων εργάσιμων ημερών και περισσότερων αργιών. Κατά συνέπεια, ενώ η αεργία θεωρείται καλή για την αργόσχολη τάξη στις ΗΠΑ και σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, συνήθως είναι καταδικαστέα για τους φτωχούς. Η κρίση της κοινωνίας λοιπόν προσαρμόζεται στην προσωπική ευχαρίστηση και στην επιβράβευση των ευνοημένων.

    Στο σημείο αυτό θα επαναλάβω ότι καλοί εργάτες θεωρούνται εκείνοι που κάνουν σωματική και μονότονη προσπάθεια. Ελάχιστη αναφορά γίνεται στην πιο ευχάριστη κατάσταση εκείνων για τους οποίους η εργασία είναι απόλαυση που, επίσης, αμείβονται καλύτερα ή για εκείνους που δεν έχουν ανάγκη να εργάζονται καθόλου.

    Απόμεινε λοιπόν στον Τζον Μέιναρντ Κέινς, που συχνά μιλούσε κατά τρόπο απρεπή, να αμφισβητήσει την ευχαρίστηση που προσφέρει ο μόχθος.

    Παραθέτει τα λόγια μιας ηλικιωμένης καθαρίστριας, που διατηρούνται αναλλοίωτα, χαραγμένα στην ταφόπλακά της. Μόλις πρόσφατα είχε απαλλαγεί από τη δια βίου εργασία της:

    Μη θρηνείτε για μένα φίλοι,
    Ποτέ μη δακρύσετε για μένα,
    Γιατί δεν πρόκειται να κάνω τίποτα
    Ποτέ, μα ποτέ πια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή