Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Χωρίς λογική και ευαισθησία



                                             «The Improvised Field Hospital»
                                           Frédéric Bazille 


Τριάντα μαγικά χαρτάκια. Κάθε πρωί στήνεται γι' αυτά ολόκληρος πόλεμος στην είσοδο του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ) Αθηνών. Οι ασθενείς ή οι συγγενείς τους, ειδικά οι πιο ηλικιωμένοι, παίρνουν σειρά αξημέρωτα μέχρι να ανοίξει η πόρτα και να γραφτούν στην πρόχειρη λίστα του θυρωρού. Με βάση αυτή θα μοιραστούν, λίγο μετά τις 08.00, οπότε ανοίγει η υπηρεσία και τους επιτρέπεται επιτέλους να ανεβούν στον τρίτο όροφο, τα μικρά τετράγωνα χαρτάκια με τον αριθμό και τη στρογγυλή σφραγίδα για τη σειρά προτεραιότητας. Μερικές ώρες αργότερα, ο κάτοχός τους θα περάσει στα ενδότερα για να καταθέσει τα χαρτιά του για τον προέλεγχο: τα πιστοποιητικά, δηλαδή, που θα αξιολογήσουν οι γιατροί για να αποφασίσουν αν τελικά θα τον καλέσουν έπειτα από κάποιους μήνες να εξεταστεί και κλινικώς από την επιτροπή τους, για να του αναγνωρίσουν ή όχι (υπομονή μερικούς μήνες ακόμα) την αναπηρία του και άρα να εγκρίνουν την καταβολή κάποιου προνοιακού επιδόματος. Η ίδια διαδικασία τηρείται και για τη φαινομενικά απλούστερη επανεξέταση, αφού το χορηγούμενο επίδομα ανανεώνεται ανά διετία. Ακόμη κι αν ο ανάπηρος έχει κομμένο χέρι, πρέπει να περάσει και πάλι από την «κλίνη» της επιτροπής ώστε να επιβεβαιώσουν οι αρμόδιοι ότι η κατάστασή του δεν άλλαξε!

Δικηγορικά κόλπα

Ηταν Πέμπτη, κατά τις 07.45, όταν εισέβαλε στο θυρωρείο μια γυναίκα ωρυόμενη επειδή της πήραν τη σειρά. Τα έβαλε με τον θυρωρό, απαιτώντας να μπει αυτή πρώτη γιατί, λέει, είχε έρθει στις 4 τα ξημερώματα και είχε κολλήσει ένα χαρτί με ονόματα στην πόρτα. Εργολαβικά. Επρόκειτο για δικηγόρο, η οποία ανέλαβε να καταθέσει τα χαρτιά για τον προέλεγχο τριών δικαιούχων ως εκπρόσωπός τους. Διαδικασία νομιμότατη μεν, αρκεί επί τη ευκαιρία να μην ψαρεύει και πελάτες!

«Δεν είσαστε εδώ, κυρία μου» της έλεγε ο θυρωρός. Η δικηγόρος ανένδοτη, παρά τις αντιρρήσεις του θυρωρού, τις διαμαρτυρίες των άλλων δικαιούχων που περίμεναν, ακόμη και του καφετζή του κτιρίου, ο οποίος πηγαίνει πρώτος κάθε πρωί και ξέρει καλύτερα από όλους τη σειρά των... αφίξεων. «Κάποιος έσκισε το χαρτί που έβαλα στην πόρτα. Πες μου ποιον έχεις γράψει πρώτο» φώναζε στον θυρωρό. Τελικά έμαθε το όνομα και λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ο «δράστης» συνοδευόμενος από έναν εύσωμο άνδρα - ο τελευταίος όπως αποδείχθηκε ήταν μαζί με τη δικηγόρο (και δεν ήταν ασθενής ούτε συγγενής του).

Υστερα από έναν ακόμη γύρο διαπληκτισμών ομολόγησε: πέταξε μόλις έφτασε το χαρτί θεωρώντας το παλιό και έβαλε άλλο με το δικό του όνομα. Ο κ. Γιώργος, που περίμενε κι αυτός τη σειρά του, παρατήρησε πάντως στον διπλανό του ότι η «ομολογία» δεν... προσφέρθηκε αχρεωστήτως - αλλά δεν παίρνουμε όρκο. Ούτως ή άλλως, η δικηγόρος κατόρθωσε να βάλει τους τρεις δικούς της πρώτους.

Business as usual

Μια και η υπηρεσία ήταν ακόμα κλειστή, τα νεύρα των περισσότερων εκτονώθηκαν στο πεζοδρόμιο με τσιγάρο. Ο εύσωμος συνοδός της δικηγόρου έπιασε το καλύτερο σημείο, απ' όπου μπορούσε να τους παρατηρεί όλους. Και δεν άργησε να σηκωθεί και να πλησιάσει τους πιο καλοντυμένους. Μίλησε σε αυτόν που είδε ότι κουτσαίνει. «Κοίτα, αν μου επιτρέπεις, μην πας άνετος επάνω. Να δείχνεις χάλια, να το παίξεις, αλλιώς θα σε κόψουν»!

Το παιχνίδι προφανές: το θύμα-πελάτης να τρομάξει, να ζητήσει συμβουλή και να αναλάβει την υπόθεσή του ο δικηγόρος που λύνει και δένει. «Κοίτα, για να μην παιδεύεσαι, δεν σκοπεύω να παίξω θέατρο. Θα το πάρω εφόσον το δικαιούμαι· αν όχι, δεν το θέλω» έκοψε τη συζήτηση ο Πέτρος.

Σε τέσσερις μήνες

Στον προθάλαμο της γραμματείας για την κατάθεση προκαλείται αναταραχή μόνον όταν έρχεται η ώρα να μοιραστούν τα χαρτάκια. Ο διοικητικός υπάλληλος που παραλαμβάνει τους φακέλους των δικαιούχων (μόνος θα διεκπεραιώσει τη δουλειά, παλιά ήταν παρών και γιατρός, αλλά πλέον δεν περισσεύουν) μοιράζει τα χαρτάκια της προτεραιότητας, χωρίς να υπολογίσει τους τρεις που «παρεισέφρησαν». Οταν το λάθος ανακαλύπτεται μαζεύει ξανά τα χαρτάκια, αλλά ένας ασθενής εξεγείρεται: θέλουν να του πάρουν το 9 και να του δώσουν το 12. «Ευτυχώς ο Στάθης (σ.σ.: ο εν λόγω διοικητικός υπάλληλος) είναι εντάξει στη δουλειά του, εξυπηρετικός και με κατανόηση» σπεύδει να ηρεμήσει τον κάτοχο του 9 ο κ. Μιχάλης.

Το πρόβλημα πράγματι λύνεται, αλλά η επόμενη ανακοίνωση παγώνει κάποιους. «Επειδή λόγω της προσέλευσης η αναμονή για να εξεταστείτε έχει μεγαλώσει πολύ, μας έχουν απαγορεύσει να δεχόμαστε φακέλους δικαιούχων αν το επίδομά τους δεν λήγει εντός των επομένων δύο μηνών. Οσοι έχετε μεγαλύτερο περιθώριο πρέπει να έρθετε αργότερα». Η διευθέτηση θα ήταν λογική για την αποσυμφόρηση της υπηρεσίας, αρκεί εντός του διμήνου να ακολουθούσε και η κλινική εξέταση, οπότε να υπήρχε η απόφαση για την ανανέωση ή μη του επιδόματος προτού αυτό λήξει. Ως την κλινική εξέταση όμως μεσολαβεί ένα τετράμηνο, καθώς το ΚΕΠΑ αντιμετωπίζει προβλήματα στη στελέχωση των επιτροπών με ειδικότητες γιατρών που είναι πιο απαραίτητοι: καρδιολόγοι και νευρολόγοι. Εκτός αυτού, «έρχονται εδώ από όλη την Αττική, ακόμη κι αν υπάρχει τοπικό ΚΕΠΑ στην περιοχή τους ή σε γειτονικό δήμο. Γιατί τους λένε ότι αν θέλουν να εξυπηρετηθούν πιο γρήγορα να πάνε στο Αθηνών».

Παράλογο παράβολο

Και οι αναποδιές μοιάζει να μην έχουν τελειωμό. Ανάλογα με την περίπτωση ή το ασφαλιστικό ταμείο απαιτούνται παράβολα για να υποβληθούν οι φάκελοι. Μόνον που αυτά δεν εκδίδονται από το ΚΕΠΑ. «Πρέπει να πας στο ΙΚΑ. Εδώ από πίσω είναι, πολύ κοντά...». Το πολύ κοντά είναι μερικά τετράγωνα για ηλικιωμένους και ταλαιπωρημένους. Και στο ΙΚΑ όμως, ανάλογα σε ποιον θα πέσουν, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. «Στην αρχή μού είπε ότι πρέπει να πάω στο ΙΚΑ της περιοχής μου για το παράβολο. Με τα παρακάλια τελικά το έκοψε» λέει ο κ. Γιάννης, ένας από τους ηλικιωμένους που έκαναν διαδρομή κάτω από τον καυτό ήλιο. Η σκέψη να συσταθεί ένα γραφείο του ΙΚΑ ειδικά για την έκδοση παραβόλων μέσα στο ΚΕΠΑ προφανώς δεν απασχόλησε ποτέ τους αρμοδίους. Κι όμως το ΚΕΠΑ δεν στεγάζεται σε κανένα σπουδαίο μέγαρο που δεν σηκώνει προσθήκες και μετατροπές. Το κτίριο των πάλαι ποτέ υγειονομικών επιτροπών του ΙΚΑ στην Πειραιώς έχει τους ίδιους πρόχειρους χώρους, τους ίδιους άβαφους τοίχους και την πινακίδα με το αναπηρικό καροτσάκι στην πόρτα της τουαλέτας, η οποία πάντως δεν έχει καμία μπάρα δίπλα στη λεκάνη για να στηριχτεί ο ανάπηρος.

Τώρα, άλλη μέρα

Τουλάχιστον όσοι περιμένουν φαίνονται σε γενικές γραμμές ικανοποιημένοι με όποιους υπαλλήλους έρχονται σε επαφή. Ολοι μιλούν για τον Στάθη που παραλαμβάνει τους φακέλους, αλλά και τις συναδέλφους του στο γκισέ που δίνουν τα αποτελέσματα των επιτροπών. Κάποιους άλλους φροντίζουν να τους βάζουν στη θέση τους. Οπως την υπάλληλο που απάντησε στον ηλικιωμένο που ήρθε αργοπορημένος, γύρω στις 11.00, όταν πια τα χαρτάκια της προτεραιότητας είχαν εξαντληθεί. «Από πού θα πάρω κι εγώ;» τη ρώτησε. «Από πουθενά. Τέλειωσαν για σήμερα. Θα ξανάρθεις άλλη μέρα». Και όμως, αιτήσεις γίνονται δεκτές από τις 8 το πρωί ως τη 1 μετά το μεσημέρι. Τα χαρτάκια προτεραιότητας μοιράζονται το πρωί ως πρόχειρη λύση για να μην επικρατεί χάος. Από εκεί και πέρα οποιοσδήποτε μπορεί να καταθέσει τον φάκελό του εντός του ωραρίου.

«Θα προλάβετε ως τη 1.00. Δεν έχουν μείνει πολλοί ακόμα. Αυτά που σας είπε η υπάλληλος δεν τα λέει κανένας νόμος. Και είναι ντροπή της. Να περιμένετε» είπε ένας κύριος με κοστούμι και χαρτοφύλακα στο χέρι που περίμενε από νωρίς. Ηταν κι αυτός δικηγόρος, αλλά διαφορετικός από την πρωινή, ερειστική συνάδελφό του. Είχε αναλάβει να καταθέσει τον φάκελο ενός πελάτη του, αναπήρου. «Εντάξει, και ο νόμος λέει ότι οι δικηγόροι προηγούνται στις υπηρεσίες. Αλλά σε μια τέτοια υπηρεσία είναι ντροπή και να το επικαλείσαι. Θα περιμένω κι εγώ τη σειρά μου, όπως οι άλλοι»...

Γεράσιμος Τρύφωνας

Πρώτη δημοσίευση στο HeliosPlus στις 28 Ιουνίου 2013 και στο tovima.gr

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Καλή σας νύχτα, κύριε συνάδελφε



Το σκίτσο είναι του Βασίλη Παπαγεωργίου



Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει! Συγχαρητήριο μήνυμα μέσω twitter στην τρικομματική κοινοπραξία της ΕΣΗΕΑ, έστειλε πρώτος πρώτος ποιος νομίζετε; Ο Γιώργος Μουρούτης. Τι λέει ο μονίμως δικτυωμένος συνεργάτης του Αντώνη Σαμαρά; “Ο Τρίμης αποδοκιμάστηκε στην ΕΣΗΕΑ. Θριαμβευτικό αποτέλεσμα για τους πρωτοεμφανιζόμενους Ενωμένους Δημοσιογράφους! Θερμά Συγχαρητήρια”.

Οι εντελώς γνωστοί και άλλο τόσο παλιοί... πρωτοεμφανιζόμενοι, ΔΗΜΑΡίτες και ΠΑΣΟΚοι παίρνουν τώρα τηλέφωνα τους γαλάζιους συνεργάτες τους στους "Ενωμένους" να τον μαζέψουν. Εντάξει, παιδιά, μην σας πειράζει που σας αποκαλύπτει. Δεν περιμέναμε τον Μουρούτη να μας πει ποιοι είσαστε. 

Σας ξέραμε. Όπως ξέραμε και  πόσο αντιδραστικός είναι ο κλάδος των δημοσιογράφων - όποιες εκλάμψεις κι αν είχε όλα αυτά τα χρόνια· ας μην κοροϊδευόμαστε. Ξέρετε, φυσικά, ποιο ήταν το μοναδικό σωματείο της χώρας, που έκανε κανονικότατα, "ελεύθερες" βεβαίως, εκλογές μέσα στην χουντική επταετία. Η υπερήφανη ΕΣΗΕΑ. Να τη χαίρεστε. 

Μπορείτε τώρα να το ξαναστήσετε το club, να παίζετε που και που και λίγο γκολφ, βρε αδερφέ. Το παραμύθι της τρικομματικής συμπαιγνίας για την ΕΡΤ αποκαλύφθηκε, όλως τυχαίως την ίδια μέρα, πως ήταν εφιάλτης. Μαζί της - το ξέρεις - τελειώνει και ο ΕΔΟΕΑΠ. Η τρικομματική κοινοπραξία ήδη καλλιεργεί το επόμενο βήμα: καλύτερα, λέει, στον ΕΟΠΥΥ. Καληνύχτα σας, κύριε συνάδελφε.

Γεράσιμος Τρύφωνας


Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Μην σωπαίνεις άλλο



Αυτός ο κόσμος θ' αλλάξει. Και θ' αλλάξει σύντομα!






Το βίντεο που δημιούργησαν οι άνθρωποι της ελληνικής κοινότητας του Βερολίνου για να εκδηλώσουν την συμπαράστασή τους στους εργαζόμενους της ΕΡΤ. Γιατί, όπως λένε, ό,τι και να γίνει, τελικά, αυτός ο κόσμος θ' αλλάξει. Και θ' αλλάξει σύντομα!



Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Το χαμένο σήμα της Δημοκρατίας



Η μάχη της ΕΡΤ μέσα από το φακό του Γιώργου Αυγερόπουλου






Απαντάμε στον αυταρχισμό με δημιουργία

Η πρωτοφανής απόφαση της κυβέρνησης να βάλει λουκέτο στην ΕΡΤ, και ο τρόπος με τον οποίο έγινε, μας συγκλόνισε. Τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου, δημοσιογράφοι και τεχνικοί βρεθήκαμε στο ραδιομέγαρο από την πρώτη στιγμή. Κάθε μέρα καταγράφουμε ότι βλέπουμε. Μοντάραμε γρήγορα 9 λεπτά για να μη σβηστούν από τη μνήμη μας όσα έγιναν την πρώτη μέρα. Αυτός είναι ο τρόπος αντίδρασής μας. Θα συνεχίσουμε όσο μπορούμε.

Η sequence αποτελεί προπομπό του μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ που γυρίζουμε από την αρχή της κρίσης, τα τελευταία τρία χρόνια. Λέγεται AGORÁ - From Democracy to the Market, και αποτελεί διεθνή συμπαραγωγή μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων. Το AGORÁ θα είναι έτοιμο τον Απρίλιο του 2014.

Πολλούς Χαιρετισμούς
Γιώργος Αυγερόπουλος
Δημιουργός της σειράς ντοκιμαντέρ Εξάντας

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Télé Bruxelles change de logo en solidarité avec ERT


logoertsolidarite








En solidarité avec la radio-télévision publique grecque ERT, Télé Bruxelles a décidé de changer son logo ce mercredi 12 juin 2013, de midi à minuit. Dans un communiqué de ce mercredi, les responsables de la chaîne expliquent leur action: "Depuis hier minuit, ERT a cessé d’émettre. Ce mercredi 12 juin 2013, de midi à minuit, Télé Bruxelles mènera une action de solidarité avec sa consœur grecque en remplaçant à l’antenne son propre logo par un logo spécial « Solidarité ERT ». Ce geste symbolique vise à montrer qu’aucune télévision européenne, et certainement pas celle de la capitale de l’Europe, ne reste indifférente à la situation de ERT et de son personnel. Quel que soit le débat sur la gestion de l’entreprise, rien ne justifie la coupure brutale d’un émetteur. Télé Bruxelles marque également sa préoccupation quant au risque démocratique qu’une telle décision fait peser sur la Grèce : la diversité des médias et la présence d’un service public fort sont indispensables à une société de liberté et de progrès."

Το κείμενο των βέλγων συναδέλφων που αντικατέστησαν σήμερα, σε ένδειξη αλληλεγγύης, το σήμα του σταθμού τους με το ιστορικό σήμα της ΕΡΤ, το οποίο προσπαθεί να σβήσει (ει δυνατόν και από τη μνήμη μας - άκου ΝΕΡΙΤ ΑΕ) η ελληνική κυβέρνηση. 
Merci Tele Bruxelles!


Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Πράξη ουσιαστικού περιεχομένου*


Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Δημοσιογράφων της ΕΡΤ






Η ΕΡΤ πρέπει να είναι ανοιχτή: στην κοινωνία, τις αντιφάσεις της, τα προβλήματά της, τις αγωνίες, τις ιδέες και τις δράσεις.

Η ΕΡΤ πρέπει να είναι ανοιχτή: στον πολιτισμό, τον κόσμο του, τις διαφορετικές τάσεις, αναζητήσεις και δυναμικές του.

Η ΕΡΤ πρέπει να είναι ανοιχτή: σε κάθε πολίτη του κόσμου, στην Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία, την Αφρική, την Αυστραλία.

Το δυναμικό της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης έχει τη δύναμη και τη θέληση να κρατήσει ψηλά το κοινωνικό αγαθό της ενημέρωσης, του πολιτισμού, του αθλητισμού. Έχει την τόλμη και τη βούληση να παλέψει για να πάψει η ΕΡΤ να χειραγωγείται από κάθε μονοκομματική ή πολυκομματική εξουσία. Εμείς οι εργαζόμενοι, είμαστε ακόμη ζωντανοί και θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Θα αγωνιστούμε για ένα θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΕΡΤ που θα κατοχυρώνει και θα περιφρουρεί την ανεξαρτησία της δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης, θα κόψει, επιτέλους, τον ομφάλιο λώρο με την εκάστοτε κυβέρνηση και κάθε κέντρο ή παράκεντρο πολιτικών και πελατειακών παρεμβάσεων.

Η ΕΡΤ πρέπει να είναι ανοιχτή, κτήμα και πραγματική ιδιοκτησία όλων των ελλήνων πολιτών.

Όσοι επεξεργάζονται σχέδια για λουκέτο στην ΕΡΤ δεν μπορεί παρά να αποσκοπούν σε εξυπηρέτηση άλλου τύπου συμφερόντων. Είναι επικίνδυνοι.
Οι δημοσιογράφοι της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι θα κρατήσουμε με κάθε μέσο και κάθε τρόπο την ΕΡΤ ανοιχτή. Καλούμε κάθε πολίτη από τη Γαύδο μέχρι τον Έβρο για να αποτρέψουμε τον εφιάλτη. Να αποτρέψουμε κάθε απόπειρα φίμωσης του Δημόσιου Ραδιοτηλεοπτικού Φορέα της χώρας.

Όσοι ονειρεύονται εφιάλτες ας μείνουν στη μακαριότητα του παραμυθιού της κακιάς μάγισσας ή ας ξυπνήσουν πριν είναι αργά. Εμείς είμαστε ξάγρυπνοι. Βρισκόμαστε σε διαρκή Γενική Συνέλευση και καλούμε πολίτες, κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς, επιστήμονες, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών στις 7 το απόγευμα στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής. Δεν κάνουμε ούτε βήμα πίσω.

Η ΕΡΤ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ!



*Σε αντιδιαστολή με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της κυβέρνησης και τους αναγκαστικούς της νόμους. 




Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Άπαρσις επί πληρωμή, κύριε πλοιοκτήτα





«Οι ναυτεργάτες που θα σε οδηγήσουν με ασφάλεια στον προορισμό σου είναι απλήρωτοι για μήνες. Οι συνθήκες εργασίας των ναυτεργατών καθορίζουν τα μέγιστα, την ασφάλεια των επιβατών και της ναυσιπλοΐας». Απόσπασμα της ανακοίνωσης που μοιράζεται στους επιβάτες από τους ναυτεργάτες, οι οποίοι κράτησαν χθες τα πλοία στο λιμάνι. Μετά από ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, καταγγελίες και παρεμβάσεις τους τελευταίους μήνες, οι οποίες δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, οι ναυτεργάτες δεν είχαν άλλη λύση, παρά να χτυπήσουν τις εταιρείες εκεί που τις πονάει: Θέλετε δρομολόγια, πληρώστε τους μισθούς μας· και όποιος πληρώνει, φεύγει!

Έκαναν μόνοι τους, αυτό που θα έπρεπε να έχει κάνει (όχι στα λόγια, στην πράξη) το υπουργείο Ναυτιλίας, η επιθεώρηση Εργασίας, ο εισαγγελέας, το περίφημο συντεταγμένο κράτος, που αν το ρωτήσετε θα σας πει ότι φυσικά ενδιαφέρεται για τους εργαζόμενους και φυσικά πάνω απ΄ όλα είναι η ασφάλεια των επιβατών - και δεν μπορούμε να μιλάμε για καμία ασφάλεια με πληρώματα απλήρωτα και εξαθλιωμένα - και αν γίνει κανένα κακό (κούφια η ώρα που το ακούει) το κράτος θα φροντίσει - να είστε βέβαιοι - το μαχαίρι να φτάσει στο κόκκαλο. 

Λόγια, λόγια, λόγια, που δεν ίδρωσαν το αυτί κανενός. Γιατί και οι καημένοι οι εφοπλιστές κρίση περνάνε κι αυτοί, πού να τα βρούνε τα λεφτά, δεν τους δίνουν κι οι τράπεζες, έλεγαν δεξιά κι αριστερά. Αλλά μόλις οι ναυτεργάτες μπήκαν μπροστά στους καταπέλτες, μόλις κράτησαν τα πλοία, κάποιοι - ω του θαύματος - τα βρήκαν τα λεφτά κι έστειλαν στο λιμάνι τον εκπρόσωπό τους με τα χαρτιά στο χέρι. «Εμείς είμαστε εντάξει, πληρώνουμε» είπαν και ζήτησαν να αρθεί το συνδικαλιστικό απαγορευτικό για τα πλοία τους· όπως και έγινε όταν οι πληρωμές επιβεβαιώθηκαν. 

Κάποιοι άλλοι - με πρώτους κάτι σεσημασμένους της ακτοπλοΐας - συνεχίζουν να σφυράνε κλέφτικα. Και δεν πληρώνουν φράγκο κι ας χρωστάνε εφτά μηνιάτικα. Οι ναυτεργάτες κράτησαν τα καράβια τους δεμένα και καλά έκαναν. Το υπουργείο Ναυτιλίας, επειδή έχει λερωμένη τη φωλιά του (και) σ' αυτή την ιστορία, είπε στην αρχή να μην τραβήξει το σκοινί και δεν παρενέβη. Το βράδυ, όμως, πήρε το κουμάντο ο Σαμαράς, διέταξε να φύγουν τα καράβια για να μην ταλαιπωρούνται οι επιβάτες (ναι, ναι, αυτούς σκέφτηκε), και έστειλε τον εισαγγελέα στο λιμάνι να θυμίσει στους ναυτεργάτες ότι είναι επιστρατευμένοι και δεν τους παίρνει για πολλά πολλά.

Όχι, στους εφοπλιστές ο πρωθυπουργός δεν είπε τίποτα για τα λεφτά που χρωστάνε - ούτε για την ευθύνη τους για την ασφάλεια επιβατών και πληρωμάτων. Σιγά μην έλεγε, αυτά είναι ιδιωτικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, να τις λύσουν μόνοι τους, η δική του δουλειά είναι η ομαλή διακίνηση των τουριστών και η ανάπτυξη της χώρας και μπλα, μπλα, μπλα. Γνωστό το έργο - ελληνιστί success story - και ο μύθος του.

Τα καράβια έφυγαν. Αλλά οι ναυτεργάτες μπορούν να μετράνε το χθεσινό ρεσάλτο στους καταπέλτες στις νίκες τους. Θα χρειαστούν κι άλλες, δεν έχουν άλλο δρόμο. Γι' αυτό και συνεχίζουν. Όσο για σένα επιβάτη, ανεβαίνοντας στο πλοίο, καλό είναι να το θυμάσαι: «Πίσω από το χαμόγελο των ανθρώπων που θα σε εξυπηρετήσουν κρύβεται ένα οικογενειακό αδιέξοδο αφού στερούνται βασικά αγαθά τα παιδιά τους. Όποιος απαιτεί τα δεδουλευμένα του απολύεται».  Μην το ανέχεσαι! 

Γεράσιμος Τρύφωνας


* άπαρσις: Η αναχώρηση, η εκκίνηση, το ξεκίνημα
Στη ναυτική ορολογία οι χειρισμοί για τον απόπλου, σαλπάρισμα.


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Το παγκάκι και το μυστικό






«Ήτανε ογδόντα τεσσάρων χρονών, σχεδόν κουφή και έμενε σ' ένα διαμέρισμα του πατρικού μας σπιτιού στη Βιέννη. Έτσι ακόμα και σύμφωνα με τους καινούργιους νόμους των "Αρειανών" δεν μπορούσαν να την πετάξουν έξω και κοιτάζαμε να βρούμε καμιά ευκαιρία να την βγάλουμε έξω από την Αυστρία μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρανε οι χιτλερικοί στην Αυστρία της ήτανε πολύ οδυνηρό: Με την ηλικία που είχε, δεν την κρατούσαν τα πόδια της κι όταν έκανε τον καθημερινό περιπατάκο της, αφού περπατούσε με κόπο πέντε-δέκα λεφτά, συνήθιζε να κάθεται και ν' αναπαύεται σ' ένα παγκάκι. Αλλά μόλις ο Χίτλερ έγινε κύριος της Βιέννης, απαγορευόταν βάναυσα στους Εβραίους να κάθονται στα παγκάκια - μέτρο που το επινοήσανε με τον σαδιστικό σκοπό του κρυφού βασανισμού»...

Η ηλικιωμένη γυναίκα της ιστορίας ήταν η μητέρα του Στέφαν Τσβάιχ. Ήταν τότε, το 1938, σχεδόν συνομήλικη εκείνης που μας είπε, εν πλήρει αθωότητι ή μήπως συνειδήσει, πριν από λίγο καιρό, πως «εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει· στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι - πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν την ώρα τους - και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος».

Το 1938 η ηλικιωμένη Εβραία, που δύσκολα έκανε δυο βήματα στο δρόμο, δεν επιτρεπόταν να ξαποστάσει στο παγκάκι της γειτονιάς της. Όπως και κανείς άλλος «βρωμιάρης» της φυλής της. Επί ποινή θανάτου. Γι' αυτή τη γυναίκα μιλάει, για να πει για όλους, ο μεγάλος αυστριακός συγγραφέας, που έμαθε τότε στην Αγγλία, όπου είχε καταφύγει, το θάνατό της. Λέει στο έργο του, «Ο χθεσινός κόσμος», για εκείνες τις ημέρες του 1938, τις μέχρι τότε «τρομερότερες μέρες» της ζωής του, (σύντομα θα ακολουθούσαν και άλλες τρομερότερες):

«Και δεν κοκκινίζω να ομολογήσω - τόσο μας σκλήρυναν την καρδιά αυτά τα χρόνια - ότι δεν τινάχτηκα, δεν έκλαψα όταν έμαθα το θάνατο της φτωχής μου μητέρας, που την είχαμε αφήσει στη Βιέννη. Αντίθετα, ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση, γιατί έτσι θα γλύτωνε πια από κάθε πόνο και κάθε κίνδυνο».

Ένα παγκάκι, λοιπόν, κάπου στη Βιέννη ή την Κυψέλη. Τόσο σημαντική μπορεί να είναι μια λεπτομέρεια. Τόσα πολλά μπορεί να δείχνει (ή να κρύβει). Όσοι πιστεύουν ακόμα στον άνθρωπο, χωρίς να απαιτούν κανένα προσδιοριστικό - φύλου ή φυλής, θρησκείας, ιδεολογίας ή αίματος - για αυτή τους την πίστη, είναι καιρός να μιλήσουν. Προτού μας πέσει, πάλι, ο ουρανός στο κεφάλι. Προτού κάποιος άλλος προτιμήσει το θάνατο για να γλυτώσει από κάθε πόνο και κάθε κίνδυνο!


Γεράσιμος Τρύφωνας

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά;


Ακούστε ένα μαθητή, τον οποίο - όπως λέει ο φίλος μου Κ. Ζ. - δεν θα τον βγάλουν ποτέ τα κανάλια!


Λέγομαι Κωνσταντίνος Μανίκας και είμαι μαθητής της πρώτης Λυκείου στο 1o Λύκειο Δραπετσώνας… Αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο, θέλοντας να εκφράσω τον αποτροπιασμό και την αγανάκτησή μου για το θράσος και την υποκρισία και αυτών που μας κυβερνούν καθώς και όλων αυτών των δημοσιογράφων και ΜΜΕ που τους βοηθάνε για να επιβάλλουν τα άνομα και ανήθικα σχέδια τους σε βάρος των μαθητών και της νέας γενιάς…





Αφορμή είναι η απεργία των καθηγητών μου, μέσα στην εξεταστική περίοδο και τα κροκοδείλια δάκρυα πολιτικών και δημοσιογράφων για το μέλλον μου, που «κινδυνεύει» απ’ αυτήν.

Τι λέτε;;;;;
Τι μέλλον έχω, -εξαιτίας σας- κι από ποιους πραγματικά κινδυνεύει;;;;

Ας δούμε πρώτα, ποιος διαμόρφωσε το μέλλον και την ζωή όλων, από παλιά.

- Ποιος έφτιαξε το μέλλον του παππού μου και το έντυσε με τα αποφόρια της ΟΥΝTΡΑ, στέλνοντας τον μετανάστη στη Γερμανία;

- Ποιος κακοδιαχειρίστηκε και κατάκλεψε αυτόν τον τόπο;

- Ποιος ανάγκασε την μητέρα μου να δουλεύει απ το πρωί ως το βράδυ για 530 ευρώ, που αφού πληρώσει λογαριασμούς και φαγητό, δεν περισσεύουν  -όχι για να μου πάρει παπούτσια- αλλά ούτε ένα βιβλίο που θέλω απ τον πάγκο του παζαριού;;;;;

- Ποιος μείωσε στο μισό τον μισθό του πατέρα μου;

- Ποιος τον συκοφάντησε, τον απείλησε με επιστράτευση, απόλυση -αυτόν και όλους τους συναδέλφους του στις μεταφορές- όταν κατέβηκαν σε απεργίες μόνο και μόνο γιατί ήθελαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια;

- Ποιος θέλει να κλείσει την σχολή που διάλεξε ο αδερφός μου για να πραγματοποιήσει τα όνειρα του, στο Πανεπιστήμιο;

- Ποιος μου έδωσε φωτοτυπίες αντί για βιβλία;

- Ποιος με άφησε να παγώνω χωρίς θέρμανση στην τάξη μου;

- Ποιος φταίει που μαθητές λιποθυμάνε απ’ την πείνα;

- Ποιος άφησε τόσους άνεργους;

- Ποιος οδήγησε 4000 ανθρώπους στην αυτοκτονία;

- Ποιος άφησε τους παππούδες μας χωρίς περίθαλψη και φάρμακα;

Οι καθηγητές μου ή ΕΣΕΙΣ τα κάνατε όλα αυτά;;;;

Λέτε επίσης ότι οι καθηγητές μου, με την απεργία, θα καταστρέψουν τα όνειρα μου.

Ποιος σας είπε ότι όνειρο μου είναι να είμαι ένας ακόμα άνεργος στο 67% των νέων ανέργων;

Ποιος σας είπε ότι όνειρο μου είναι να δουλεύω ανασφάλιστος και χωρίς ωράρια για 350 ευρώ το μήνα – όπως ψηφίσατε στην τελευταία σας τροπολογία;

Ποιος σας είπε ότι όνειρο μου είναι να γίνω οικονομικός μετανάστης ;

Ποιος σας είπε ότι όνειρό μου είναι να γίνω delivery boy;

Δυο λόγια θέλω να πω και στους δασκάλους μου, σ’ όλη τη χώρα.

Δάσκαλοι μου, έχετε υποχρέωση απέναντι σ όλους τους μαθητές ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ.
Αν υποχωρήσετε στον δίκαιο αγώνα σας τότε πραγματικά θα έχετε παίξει με το μέλλον μου και θα το χετε υποθηκεύσει.

Όποια υποχώρηση και να κάνετε, όποια νίκη της κυβέρνησης, θα μου στερήσει το δικαίωμα να χαμογελάω, να ονειρεύομαι, να ελπίζω, να αγωνίζομαι για καλύτερη ζωή για μια ανθρώπινη κοινωνία.

Στους γονείς, τους συμμαθητές μου και σ’ όλη την κοινωνία έχω να πω τα εξής:

Θέλετε αυτοί που μας διδάσκουν να ζουν μες στην εξαθλίωση;

Θέλετε να μας στοιβάξουν σαν εμπορεύματα στις αίθουσες;

Θέλετε να κλείσουν τα σχολεία και να χτίσουν φυλακές;

Θα αφήσετε τους δασκάλους μας μόνους τους σε αυτόν τον αγώνα;

Έτσι θα μας μάθετε να φωνάζουμε αλληλεγγύη;

Θέλετε ο δάσκαλος να είναι παράδειγμα σε μας, αυτοσεβασμού, αξιοπρέπειας μαχητικότητας η παράδειγμα υποδούλωσης;

Θέλετε τελικά να ζήσουμε σαν δούλοι;

Από αύριο κιόλας, καταλήψεις σε όλα τα σχολεία από μαθητές και γονείς για να στηρίξουμε τους δασκάλους μας μ’ ένα τραγούδι, ένα σύνθημα: «εμπρός να τσακίσουμε τυράννους φασίστες»

Όλοι μαζί για να αγωνιστούμε για δημόσια δωρεάν και ποιοτική παιδεία .

Όλοι μαζί για να ανατρέψουμε αυτούς που κλέβουν το γέλιο μας, το γέλιο των παιδιών σας.

ΥΓ. όχι από ματαιοδοξία αλλά για να στερήσω από κάποιους το γελοίο επιχείρημα πως «απλά θέλω να χάσω μαθήματα», παραθέτω τους βαθμούς μου…


Αναρτήθηκε σήμερα στο blog Educations Resistance και στην σελίδα yousay.gr στο Facebook 


Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Nie wieder Krieg



Η πραγματική επέτειος της ημέρας! Η αντιφασιστική νίκη της ανθρωπότητας, η οποία θα ήταν αδύνατη χωρίς τον Κόκκινο Στρατό και τη Σοβιετική Ένωση. 
Η άλλη, της Ευρώπης, που ανακάλυψαν μερικές δεκαετίες αργότερα ότι πρέπει να γιορτάζεται αυτή τη μέρα, ελπίζοντας να ξεχάσουμε την πρώτη και να ξεμπερδεύουν με τους κόκκινους, είναι - αποδεικνύεται πια κάθε μέρα - σκέτη απάτη.




Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Ένα λεπτό αρκεί


Να δεις τι σου 'χω για μετά! Δεν το 'χεις ακούσει;




Συμπέρασμα, μετά την αντι-ποιητική φασαρία των ημερών. 

Μάλλον προέρχομαι από άλλο πλανήτη. Δεν εξηγείται αλλιώς, πώς σε αντίθεση με όλους τους άλλους - που διαβάζοντας την απομαγνητοφώνηση όσων είπε η κυρία Δημουλά τα βρήκαν όλα καλά κι ωραία - εγώ τα βρίσκω ακόμα πιο μαύρα.

Γιατί, αγαπητοί μου, ακριβώς αυτές οι συγκαταβατικές και ολίγον «εντάξει, αλλά μην αγγίζετε» διατυπώσεις (και μάλιστα από ένα πρόσωπο ισχυρής επιρροής) είναι οι πιο επικίνδυνες. Αποτελούν το πρώτο αναγκαίο στάδιο· φτιάχνουν το κλίμα για όλα τα κακά, και για το ρατσισμό και για τον εθνικισμό. Και μετά κλαίμε, αλλά είναι αργά. 

Ενός λεπτού σιγή αρκεί για να χαθούν και τα αυγά και τα πασχάλια, μέρες που είναι. Κατανοητό ή να το ζήσουμε πρώτα;


Γεράσιμος Τρύφωνας

Υστερόγραφο προς άρση παρεξηγήσεων: Μια πρώτη εκδοχή αυτού του σχολίου αναρτήθηκε νωρίτερα από τον γράφοντα στο Facebook

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Ελεύθεροι κατακτημένοι


1974 - Τα πρώτα Χριστούγεννα στην προσφυγιά

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.


Του Αλκίνοου Ιωαννίδη
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Β Το άρθρο του Αλκίνοου Ιωαννίδη δημοσιεύθηκε στην ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΚΔΟΣΗ του ΒΗΜΑΤΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ για τις εξελίξεις στην Κύπρο στις 24 Μαρτίου 2013

* Επιλογή φωτογραφίας SINE MATERIA

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Ήταν κάποτε μια εφημερίδα



Πριν από πάρα πολλά χρόνια, σε μια χώρα που δεν υπάρχει σήμερα – τόσο πολύ έχει αλλάξει που δεν την αναγνωρίζεις – σε μια άκρη του κόσμου (για τους κατοίκους της, φυσικά, στο κέντρο του, στον ομφαλό της γης, όπως λένε όλοι οι άνθρωποι για την πατρίδα τους) υπήρχε μια εφημερίδα, στην οποία ένιωθες περηφάνια να γράφεις, έστω κι αν ήταν μόνο δυο αράδες· και ευθύνη, φυσικά, και για το παραμικρό και.  

Ήταν η εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος, το όργανο της κεντρικής επιτροπής του και με τους συντάκτες της ακολούθησε (και παρακολούθησε) σε όλες τις φάσεις τη δράση αλλά και μοίρα του λαϊκού κινήματος. Ακόμα και τα πιο μαύρα χρόνια, τα χρόνια του ασταμάτητου κυνηγητού, των δολοφονιών αγωνιστών και του αίματος που έτρεχε ποτάμια, κάτω από αδιανόητες συνθήκες οι συντάκτες της δεν σταμάτησαν να τη γράφουν και να την τυπώνουν καθημερινά για να κυκλοφορήσει το φύλλο – παράνομα φυσικά, κρυφά, από χέρι σε χέρι – για να ενημερωθεί και να πάρει κουράγιο ο λαός. Λόγος για μισθό βέβαια δε γινόταν τότε, αλλά τα βασικά για να ζήσουν, να μπορούν οι συντάκτες να συνεχίσουν να δουλεύουν στο κρησφύγετο όπου στοιχειοθετούσαν μία μία τις λέξεις που «έκαιγαν», η οργάνωση – το κόμμα – τα βόλευε. Και αυτά τα βασικά ήταν σαν μισθός για όλους, χωρίς εξαιρέσεις. Έστω κι αν ήταν μια φέτα ξερό ψωμί και μισή σαρδέλα παστή για τον καθένα.

Έτσι έγινε εκείνο το κόμμα σπουδαίο. Ο λαός τα ‘βλεπε αυτά, τα ‘βλεπε και γύρω του, στο χωριό και τη γειτονιά, πως το κόμμα οργάνωνε τη ζωή, πως η μάχη για το ψωμί πήγαινε παρέα με τη μάχη για την επανάσταση. Αλλιώς η επανάσταση δεν θα είχε νόημα. Τι να την κάνεις την επανάσταση - για τα ντουβάρια; Για τους ανθρώπους, μάλιστα. Και μ’ αυτούς εδώ αξίζει χίλιες στερήσεις, όση δουλειά χρειάζεται για να γυρίσει ο ήλιος. Έτσι έλεγε ο λαός.

Με τέτοιες παρακαταθήκες η εφημερίδα του κόμματος περπάτησε και τους καιρούς της νομιμότητας. Όταν ο κόσμος ανέπνευσε κι η εφημερίδα σιγά σιγά μεγάλωσε, οι συντάκτες της πλήθυναν και το φύλλο με το κατακόκκινο σφυροδρέπανο κρέμονταν πια ελεύθερα στα περίπτερα. Η εφημερίδα λειτουργούσε πια ως επιχείρηση – καπιταλισμό είχαμε και τότε, πώς να λειτουργήσει διαφορετικά· αλλά αυτό δεν σημαίνει πως λειτουργούσε όπως οι άλλες επιχειρήσεις.

Φαινόταν αυτό έντονα σε περιόδους που τα οικονομικά άρχιζαν να μην πηγαίνουν καλά – τα σκαμπανεβάσματα στις κρίσεις του καπιταλισμού είναι για όλους και ήρθαν πολλά στις πολλές δεκαετίες της ζωής της εφημερίδας. Αλλά οι κομμουνιστές αυτό το ήξεραν. Κάπου εκεί στη δεκαετία του ’90, όταν στις άλλες επιχειρήσεις άρχισαν πάλι να κάνουν απολύσεις, να εκμεταλλεύονται ανέργους για ένα κομμάτι ψωμί, να σπάνε τις συμβάσεις εργασίας, η εφημερίδα του κόμματος έδειξε πως δεν ήταν επιχείρηση. Όλοι – κομματικά μέλη και μη – οργάνωσαν έτσι την άμυνά τους ώστε και η εφημερίδα να συνεχίσει να βγαίνει απρόσκοπτα και οι άνθρωποί της να μην βρεθούν στο δρόμο. Αποφάσισαν να συμβάλλουν όλοι κι «όταν με το καλό φτιάξουν τα πράγματα γυρνάμε στα κανονικά». Μια επιτροπή που όρισαν μεταξύ τους ανέλαβε να δει την κάθε περίπτωση, πόσο μπορεί να συνεισφέρει καθένας από το μισθό του, ποιος έχει άλλους πόρους και αντέχει να μην πληρώνεται για ένα διάστημα, ποιοι έχουν οικογένεια και παιδιά. Προχώρησαν «βλέποντας και κάνοντας» και την κέρδισαν τη μάχη όλοι μαζί κι ούτε που περνούσε κανενός απ’ το μυαλό τότε πως μια μέρα θα γυρνούσε ο κόσμος ανάποδα και η εφημερίδα τους σε μια ανάλογη συγκυρία, πολλά χρόνια μετά, θα εφάρμοζε… πρόγραμμα εξυγίανσης και θα προχωρούσε σε απολύσεις με την επίκληση της κακής οικονομικής κατάστασης και των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης.

Ποιος να το πιστέψει. Και πώς να μην σκεφτεί ότι κάτι άλλο τρέχει. Δεν μπορεί να είναι εκείνη η εφημερίδα, ούτε εκείνο το κόμμα. Και μάλλον αυτό είναι το πρόβλημα. Τα άλλα είναι προφάσεις εν αμαρτίαις σύντροφοι.

Γεράσιμος Τρύφωνας

Υ.Γ. Κάθε ομοιότητα με την ελληνική περίπτωση ελέγχεται ως (αν)ακριβής