Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Λόγος Υπέρ Δημοσίου Υπαλλήλου



                            Πλατεία Κλαυθμώνος αρχές 20ου αιώνα
                                      
Η Κ. είναι γιατρός. Καλή γιατρός – μάλλον από τους καλύτερους, αλλά αυτό είναι προσωπική εκτίμηση. Εργάζεται δεκαετίες ολόκληρες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Ναι, είναι κι αυτή μόνιμη, όπως χιλιάδες άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι. Σήμερα διευθύνει μια από τις κλινικές μεγάλου νοσοκομείου της Αθήνας. Μάλλον διευθύνει τη μοναδική κλινική στο συγκεκριμένο νοσοκομείο – και σε πολλά άλλα – που μοιάζει να έχει κατέβει από άλλο πλανήτη.

Στον προθάλαμο της κλινικής περιμένουν καθημερινά δεκάδες άνθρωποι, κάποιες φορές και τέσσερις ολόκληρες ώρες, για τα τακτικά τους ραντεβού, αλλά ουδείς διαμαρτύρεται. Θα τους δει όλους με τη σειρά, ακόμη κι αν χρειαστεί να μείνει στο γραφείο ως τα μεσάνυχτα. Χωρίς διαχωρισμούς σε πρωϊνά και απογευματινά ιατρεία, χωρίς εισιτήρια και ανταλλάγματα. Και όλοι θα φύγουν για το σπίτι τους καλά, όχι από την αρρώστια τους, αλλά από την ψυχή τους. Οπλισμένοι λίγο καλύτερα να αντιμετωπίσουν την αρρώστια τους.  

Η διπλανή πόρτα, που οδηγεί στους θαλάμους των ασθενών, είναι μονίμως κλειστή. Ανοίγει μόνο όταν πρέπει και για όσους πρέπει. Με έλεγχο. Οι συγγενείς θα δουν καθημερινά τον ασθενή τους, αλλά ο θάλαμος δεν είναι καφενείο. Υπάρχουν ωράρια και κανόνες – και τηρούνται χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση.

Η μόνη αμφισβήτηση προέρχεται ενίοτε από τη διοίκηση του νοσοκομείου. Την άλλη φορά αποφάσισε να βάψει την κλινική, ήθελε ο χώρος να είναι καθαρός και κυρίως… θεραπευτικός. Με χρώματα, δηλαδή, κατάλληλα για ασθενείς· όχι για φυλακισμένους. Η διοίκηση είχε άλλη άποψη. «Δεν θα βάλεις εσύ ό,τι θέλεις, το νοσοκομείο έχει ένα συγκεκριμένο χρώμα». Δεν τους άκουσε και την κλινική την έβαψε. Εκείνες τις μέρες ξενυχτούσε με τους συνεργάτες της, δηλαδή, τους γιατρούς, τις νοσηλεύτριες και τις γραμματείς της κλινικής πάνω από τους κουβάδες με τις μπογιές. Χωρίς ωράριο. Σάντουιτς τους έφερνε από το σπίτι η μάνα ενός ασθενούς, που νοσηλευόταν τότε στην κλινική – «για να κάνω κι εγώ κάτι», τους έλεγε.

Υπάρχουν χιλιάδες σαν κι αυτή τη γιατρό στο – δήθεν μεγάλο και άχρηστο – Δημόσιο. Ξέρω πολλούς από πρώτο χέρι· από τότε που το ρεπορτάζ γινόταν εκεί που συνέβαιναν τα πράγματα, στο δρόμο και στη δουλειά των ανθρώπων – στα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα δικαστήρια, ακόμα και στην αστυνομία ή το λιμενικό.

Είναι όλοι αυτοί που περιμένουν τώρα την Εταιρεία – κάποια ιδιωτική εταιρεία με πολλά υποσχόμενο brand name, πρόεδρο, διευθύνοντα σύμβουλο και υπαλλήλους των 500 ευρώ – να τους αξιολογήσει και να τους βγάλει περιττούς. Τα λαμόγια, που υπάρχουν και τα βλέπουμε μπροστά μας, δεν θα φύγουν τώρα επειδή θα αρθεί η μονιμότητα ή θα εφαρμοστεί η εφεδρεία. Παραμύθια. Αυτοί, συνήθως, είναι χρήσιμοι στις πάσης φύσεως Εταιρείες. Όσο για το πόσο μεγάλο είναι το ελληνικό δημόσιο – κανένα άλλο ανέκδοτο ξέρετε;

Γεράσιμος Τρύφωνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου