Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

3η του Δεκέμβρη 1944


ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ
ΔΙΑΛΕΓΕΙ Ή ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ Ή ΤΑ ΟΠΛΑ  -  ΕΑΜ



Δεν έχουν περάσει δυό μήνες από την απελευθέρωση. Από την ημέρα που ο λαός της Αθήνας πλημμύριζε το Σύνταγμα με τα λάβαρα του ΕΑΜ και τις σημαίες των συμμάχων, την κόκκινη με το σφυροδρέπανο των Σοβιετικών, την αστερόεσσα των Αμερικανών και την union jack των φίλων μας των Αγγλων να ανεμίζουν αδελφωμένες. Που να 'ξεραν. Ποιος να το 'λεγε τότε.

Αλλά ας τα πει καλύτερα όπως τα έζησε εκείνη την Κυριακή, τη ματωμένη Κυριακή της 3ης του Δεκέμβρη του '44, πριν από 67 χρόνια σαν σήμερα, η Μαρία με τη φωνή που της έδωσε ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο "Λαβύρινθο", στο δεύτερο τόμο της μυθιστορηματικής τριλογίας ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΑΓΝΕΙΑΣ. 

"Θυμάσαι κείνη την Κυριακή στις 3 του Δεκέμβρη; Κατεβαίνουμε στους δρόμους λαός και λαός από τις συνοικίες, από τον Πειραιά, αμέτρητοι, να κάνουμε διαδήλωση που είχανε παραιτηθεί οι υπουργοί μας, που ο Σκόμπυ έκανε τον Χίτλερ, που οι ταγματαλήτες μπαίναν από την πίσω πόρτα στο στρατό σαν αξιωματικοί, που είχε αρχίσει πάλι η πείνα. Είχαμε γίνει όλοι δισεκατομμυριούχοι. Πηγαίναμε στον μπακάλη ένα καλάθι λεφτά και παίρναμε ένα αυγό.

Κατεβήκαμε στη διαδήλωση η Δέσποινα, η Μαρία, ο Παράσχος, εγώ, ο Χαράλαμπος κι η μισή γειτονιά. Μέχρι κι ο Γιάννης ο ποδηλατάς ήρθε (...) Εσύ και όλος ο ΕΛΑΣ πήρατε εντολή να μείνετε στα πόστα σας, για να μην πούνε πως κατέβασε το Κόμμα οπλισμένους στο συλλαλητήριο. Τι κόσμος ήταν αυτός, αγόρι μου! Θάλασσα! Σκέψου, εμείς είμασταν στην Αλεξάνδρας κι οι πρώτοι φτάνανε στο Σύνταγμα. Και πίσω μας άλλο ποτάμι. Οι φωνές μας στον ουρανό.

Και ξαφνικά μπροστά μας ακούμε μια βουή, μια αντάρα, «Δολοφόνοι, Δολοφόνοι!» φωνάζανε. Μαθαίνουμε πως τη στιγμή που η πορεία έκανε να μπει στο Σύνταγμα, ρίξανε στο ψαχνό από τις ταράτσες της Ασφάλειας κι από τη «Μεγάλη Βρεταννία». Τριάντα νεκροί, λέει, και διακόσιοι τραυματίες. Σπρώχναμε μεις τους μπροστινούς, μας σπρώχνανε οι άλλοι από πίσω, θέλαμε όλοι να φτάσουμε κει που γίνηκε το κακό. Να 'βλεπες τα αίματα, αγόρι μου! Λίμνη πάνω στην άσφαλτο, μέσα στις ράγες του τραμ. Σπάγαμε τα ξύλα από τα πανό, φτιάχναμε σταυρούς και τους ακουμπάγαμε εκεί που 'χε φύγει η ζωούλα τους.

Κάθονταν οι φονιάδες γύρω με τα τουφέκια στο χέρι και μας κοιτάζανε. Είχανε έρθει στο μεταξύ και οι Εγγλέζοι με τανκς και στρατό, εμείς τους αγκαλιάζαμε, τους φιλάγαμε, τους δείχναμε τους αστυφύλακες του Έβερτ, «Αυτοί σκοτώσανε τα παιδιά μας», χαμογελάγανε εκείνοι. Που να ξέραμε, τρομάρα μας."



Σήμερα, όμως, ξέρουμε πια. Και είναι καιρός να σηκωθούμε ξανά. Οπως τότε, ακριβώς την επομένη, στις 4 του Δεκέμβρη, όταν ο λαός δε λούφαξε και ξαναβγήκε μυριάδες στους δρόμους για να κηδέψει τους νεκρούς του. Τότε το ματωμένο πανό του ΕΑΜ που κρατούσαν μαυροφορεμένες γυναίκες γονατιστές πίσω από τα φέρετρα έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα: "Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα". Τώρα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου